Στη ναυτιλία υπάρχουν πολλά success stories. Τα περισσότερα ξεκινούν με οικογενειακά ονόματα που κουβαλούν δεκαετίες ή και αιώνες παράδοσης στη θάλασσα. Υπάρχουν δυναστείες που μεταβιβάζουν πλοία από γενιά σε γενιά, οικογένειες που διαθέτουν έτοιμες υποδομές, τραπεζικές σχέσεις, γραφεία και στόλους. Υπάρχουν όμως και ορισμένες ιστορίες που ξεχωρίζουν γιατί δεν βασίστηκαν σε μια κληρονομιά αλλά σε μια απόφαση. Σε ένα όραμα και σε ένα ρίσκο. Η ιστορία του Πέτρου Παππά και του Γιώργου Οικονόμου ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Πριν γίνουν δύο από τους σημαντικότερους Έλληνες εφοπλιστές της γενιάς τους, πριν δημιουργήσουν εταιρείες που θα διαχειρίζονταν εκατοντάδες πλοία και δισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία, ήταν δύο φίλοι που προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να αγοράσουν ένα και μόνο πλοίο. Που προσπαθούσαν να κτίσουν τη δική τους δουλειά, έχοντας κατά νου όλους εκείνους τους οραματιστές καραβοκύρηδες των προηγούμενων γενεών, τον Ωνάση, τον Νιάρχο, τον Λιβανό, που διέπρεψαν στην παγκόσμια ναυτιλία. Σήμερα η ιστορία ακούγεται σχεδόν μυθική. Και η κοινή παρουσία τους πρόσφατα σε πάνελ της γιορτής της ναυτιλίας, των Ποσειδωνίων, ήρθε να μας θυμίσει μια ιστορία επιτυχίας που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Ένας από αυτούς πούλησε το διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη. Ο άλλος επένδυσε σχεδόν όλες τις προσωπικές του οικονομίες. Ένας πατέρας έδωσε δάνειο. Μερικοί φίλοι βοήθησαν οικονομικά. Και κάπως έτσι γεννήθηκε η πρώτη τους κοινή ναυτιλιακή εταιρεία. Το πρώτο πλοίο, το πρώτο σκαλοπάτι για τη δημιουργία δύο διαφορετικών αυτοκρατοριών. Η γνωριμία του Πέτρου Παππά με τον Γιώργο Οικονόμου ξεκινούσε πολλά χρόνια νωρίτερα. Οι δύο εφοπλιστές γνωρίζονταν από την παιδική τους ηλικία και ανήκαν σε μια γενιά που μεγάλωσε σε μια Ελλάδα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ήταν μια εποχή εκεί στη δεκαετία του 80, κατά την οποία η χώρα προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό της μετά τις πολιτικές αναταράξεις της μεταπολίτευσης, ενώ η ελληνική ναυτιλία εξακολουθούσε να αποτελεί έναν από τους λίγους τομείς που μπορούσαν να κοιτάζουν με αυτοπεποίθηση τον διεθνή ανταγωνισμό. Στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου φοίτησαν και οι δύο, διαμορφώθηκαν οι πρώτοι δεσμοί μιας φιλίας που επρόκειτο να διαρκέσει ολόκληρη ζωή. Όπως συνήθως συμβαίνει στις μεγάλες φιλίες, ήταν διαφορετικοί χαρακτήρες. Ο Πέτρος Παππάς είχε την εικόνα του ανθρώπου που προτιμούσε να αναλύει πριν ενεργήσει. Ήταν μεθοδικός, ήρεμος, με ισχυρή αίσθηση οργάνωσης, θα έλεγε κανείς πιο συντηρητικός με την έννοια του ότι ήθελε να πατάει γερά τα πόδια του στη γη. Ο Γιώργος Οικονόμου, αντίθετα, ξεχώριζε για την ένταση, την αυτοπεποίθηση και την επιθυμία του να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Ακόμη και όσοι τους γνώριζαν τότε θυμούνται ότι διέκριναν δύο διαφορετικούς τρόπους σκέψης. Ο ένας είχε την τάση να υπολογίζει προσεκτικά τις πιθανότητες και ο άλλος να κυνηγά την ευκαιρία πριν την αναγνωρίσουν οι υπόλοιποι. Στην Αμερική για σπουδές Μετά την αποφοίτησή τους οι δρόμοι τους χωρίστηκαν προσωρινά. Ο Πέτρος Παππάς, γεννημένος το 1953, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπουλη ακολούθησε σπουδές στις ΗΠΑ που τον έφεραν πιο κοντά στα οικονομικά και στη διοίκηση επιχειρήσεων. Ο Γιώργος Οικονόμου, κι αυτός γεννημένος την ίδια χρονιά, επέλεξε τη ναυπηγική και κατευθύνθηκε προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου βρέθηκε σε ένα περιβάλλον που έμελλε να επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβανόταν τις επιχειρήσεις. Η Αμερική της δεκαετίας του 1970 ήταν το ιδανικό εργαστήριο για έναν άνθρωπο με φιλοδοξίες. Οι αγορές, οι επενδύσεις, η τεχνολογία και η επιχειρηματικότητα συνυπήρχαν σε μια ατμόσφαιρα που επιβράβευε το ρίσκο και την καινοτομία. Ο Οικονόμου έζησε για χρόνια στη Νέα Υόρκη και γνώρισε από κοντά τη λειτουργία των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Παράλληλα, παρακολουθούσε τη ναυτιλία όχι ως μια παραδοσιακή οικογενειακή δραστηριότητα αλλά ως έναν κλάδο επενδύσεων. Αυτό το στοιχείο θα γινόταν αργότερα βασικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας του. Δεν έβλεπε τα πλοία μόνο ως μέσα μεταφοράς. Τα έβλεπε ως περιουσιακά στοιχεία που μπορούσαν να αγοραστούν και να πουληθούν στον σωστό χρόνο. Ήταν μια αντίληψη που θύμιζε περισσότερο επενδυτή της Wall Street παρά παραδοσιακό εφοπλιστή. Και ήταν αυτός που τον χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα, σε σημείο που οι κινήσεις του να οδηγήσουν κάποιους να τον χαρακτηρίσουν «κακό παιδί» της ναυτιλίας. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι… Όταν οι δύο φίλοι άρχισαν να συζητούν σοβαρά το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν τη δική τους εταιρεία, είχαν ξεκινήσει να δουλεύουν στις εταιρείες της οικογένειας Μαρτίνου. [caption id=