Η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα περίοδο γεωπολιτικών αναταράξεων με σαφώς ισχυρότερη οικονομική βάση σε σύγκριση με προηγούμενες διεθνείς κρίσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για την οικονομία, την ενέργεια και τον πληθωρισμό. Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει πλέον μεγαλύτερη δημοσιονομική σταθερότητα, ισχυρότερο τραπεζικό σύστημα και αυξημένη αξιοπιστία στις αγορές, στοιχεία που λειτουργούν ως σημαντική ασπίδα απέναντι στις νέες διεθνείς πιέσεις. Παρά τα θετικά βήματα, η έκθεση προειδοποιεί ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η αύξηση των τιμών ενέργειας και η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την αναπτυξιακή πορεία της χώρας τα επόμενα χρόνια. Για το 2026, το Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο 1,8%, εκτιμώντας ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος και η μειωμένη εξωτερική ζήτηση θα επηρεάσουν τόσο την κατανάλωση όσο και τον τουρισμό, ο οποίος εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι επενδύσεις, οι μεταρρυθμίσεις και οι πόροι του Next Generation EU εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, τονίζει πως η Ελλάδα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, η γήρανση του πληθυσμού και η περιορισμένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στο Ταμείο το ενδεχόμενο παρατεταμένης κρίσης στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με την έκθεση, μια νέα κλιμάκωση των συγκρούσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση των τιμών ενέργειας, υψηλότερο κόστος μεταφορών και νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη. Το ΔΝΤ συνδέει άμεσα πλέον τις γεωπολιτικές εξελίξεις με την πορεία του πληθωρισμού, επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων, οι μισθολογικές πιέσεις και τα κόστη που σχετίζονται με ακραία καιρικά φαινόμενα ενδέχεται να διατηρήσουν τις ανατιμήσεις σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, η έκθεση αξιολογεί θετικά τις δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, σημειώνοντας ότι τα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής έχουν ενισχύσει τα δημόσια έσοδα, περιορίζοντας την παραοικονομία και δημιουργώντας μεγαλύτερο περιθώριο στήριξης των νοικοκυριών. Στον τραπεζικό τομέα, το Ταμείο διαπιστώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν αυξημένη ανθεκτικότητα ακόμη και σε περιόδους έντονης πίεσης, ενώ οι συστημικοί κίνδυνοι χαρακτηρίζονται διαχειρίσιμοι. Παρ’ όλα αυτά, ζητείται στενότερη παρακολούθηση των μεγάλων επιχειρηματικών ανοιγμάτων, καθώς και αυστηρότερη εποπτεία των servicers και των προβληματικών δανείων εκτός τραπεζικού συστήματος. Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τη σταθερότητά της, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφώσει ένα διατηρήσιμο μοντέλο ισχυρής ανάπτυξης ανεξάρτητο από τους ευρωπαϊκούς πόρους και τις δημόσιες επενδύσεις. Για τον λόγο αυτό, το ΔΝΤ επιμένει στην ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων, με έμφαση στη μείωση της γραφειοκρατίας, στην ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και στο στεγαστικό ζήτημα, με το Ταμείο να υπογραμμίζει την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών που θα αυξήσουν την προσφορά κατοικιών και θα ενισχύσουν την προσιτότητα της στέγασης για τα νοικοκυριά. Συνολικά, η εικόνα που αποτυπώνει η έκθεση είναι μιας οικονομίας περισσότερο θωρακισμένης σε σχέση με το παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα εκτεθειμένης σε ένα νέο περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, η ενέργεια και ο πληθωρισμός μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.