Τέλος φαίνεται να μπαίνει στα σενάρια για γενναιόδωρες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, που προέβλεπαν ακόμη και να ξεπεράσει τα 950 ευρώ έως το 2027, καθώς οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία και επιβραδύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Η ραγδαία άνοδος των τιμών στην ενέργεια, που ήδη αρχίζει να μετακυλίεται σε καύσιμα, μεταφορές και βασικά αγαθά, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, το οποίο εκτιμάται ότι θα ενταθεί το επόμενο διάστημα. Κυβερνητικοί και οικονομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η αβεβαιότητα που προκαλεί η νέα σύρραξη στην περιοχή επηρεάζει άμεσα το ενεργειακό κόστος, το οποίο αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του πληθωρισμού. Σε αυτό το περιβάλλον, η δυνατότητα για μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς από την 1η Απριλίου περιορίζεται, καθώς ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω τον πληθωριστικό κύκλο. Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένα λειτουργικά κόστη, κυρίως λόγω της ανόδου στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών. Πολλοί κλάδοι προειδοποιούν ότι μια επιπλέον επιβάρυνση στο μισθολογικό κόστος θα μπορούσε να δυσκολέψει τη λειτουργία τους, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που ήδη πιέζονται από την αύξηση των δαπανών. Με αυτά τα δεδομένα, όπως τονίζουν εκπρόσωποι τους, μια ιδιαίτερα υψηλή άνοδος μισθών και ταυτόχρονα ασφαλιστικών εισφορών θα οδηγήσει τις επιχειρήσεις σε αδιέξοδο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό φαίνεται να επαναπροσδιορίζεται, με την κυβέρνηση να καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των εισοδημάτων και στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας. Η επικείμενη αύξηση αφορά άμεσα 575.684 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή περίπου το 22,8% των μισθωτών, αλλά και περίπου 600.000 δημοσίους υπαλλήλους, καθώς ο κατώτατος μισθός αποτελεί πλέον ενιαία βάση υπολογισμού και για το Δημόσιο. Ήδη, οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων και των επιστημονικών φορέων έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο της διαβούλευσης που συντονίζει ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Στα υπομνήματα αποτυπώνεται μια ευρεία τάση υπέρ μιας μετριοπαθούς αύξησης, με το 4% —δηλαδή περίπου 35 ευρώ— να λειτουργεί ως άτυπο σημείο ισορροπίας. Το εύρος των εισηγήσεων κινείται μεταξύ 2,5% και 5%, ωστόσο η πλειονότητα συγκλίνει σε αναπροσαρμογή κοντά στο 4%, προκειμένου να στηριχθεί η αγοραστική δύναμη χωρίς να διαταραχθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Κοντά σε αυτό το ποσοστό αναμένεται να διαμορφωθεί και η τελική απόφαση της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα σενάρια που εξετάζονται, η αύξηση των κατώτατων αποδοχών εκτιμάται ότι θα κινηθεί στην περιοχή των 40 έως 50 ευρώ σε μηνιαία βάση, τόσο για τον ιδιωτικό τομέα όσο και για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο για το 2026, οδηγώντας τον κατώτατο μισθό από τα 880 ευρώ σήμερα σε επίπεδα 920 έως 930 ευρώ μεικτά. Στο ευρύτερο πλαίσιο της κυβερνητικής στρατηγικής για τη σταδιακή ενίσχυση των εισοδημάτων, παραμένει ο στόχος ο κατώτατος μισθός να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 950 ευρώ το 2027 και ο μέσος μισθός τα 1.500 ευρώ, ανάλογα με την πορεία της οικονομίας. Η συζήτηση για το τελικό ύψος της αύξησης επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, την επίμονη ακρίβεια και την ανάγκη ενίσχυσης των χαμηλόμισθων, οι οποίοι πλήττονται περισσότερο από τις ανατιμήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση. Δεύτερον, την επανενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, που εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ευρύτερη αναπροσαρμογή των αμοιβών και θα δημιουργήσει θετική δυναμική και για τον κατώτατο μισθό. Και τρίτον, το πολιτικό και αναπτυξιακό χρονοδιάγραμμα, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει έως την άνοιξη του 2027 να έχει διαμορφωθεί ένας αισθητά υψηλότερος κατώτατος, ο οποίος θα προσεγγίζει τα 950 ευρώ ή και περισσότερο. Στο Δημόσιο, η αύξηση του κατώτατου θα ενσωματωθεί οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των κατηγοριών προσωπικού. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να δουν αύξηση περίπου 40 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους ένστολους οι αποδοχές θα ενισχυθούν ανάλογα με τη βαθμίδα, με υψηλότερες αυξήσεις στα ανώτερα κλιμάκια. Οι «συνετές» εισηγήσεις Το ΙΟΒΕ κινείται σε ένα εύρος 2,5% έως 3,5%, επιμένοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός γενικευμένων αυξήσεων σε όλη την κλίμακα των αμοιβών. Συνδέει ρητά οποιαδήποτε αναπροσαρμογή με τον πληθωρισμό και την εξέλιξη της παραγωγικότητας, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο στρεβλώσεων εάν οι αυξήσεις υπερβούν τις πραγματικές αντοχές της οικονομίας. Σε παρόμοια κατεύθυνση τοποθετείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκτιμά ότι υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσε να δοθεί αύξηση έως 4% από την 1η Απριλίου 2026, ώστε να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο φαινόμενο της «διάχυσης» του κατώτατου προς τον μέσο μισθό, σημειώνοντας ότι κάθε μία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο μεταφράζεται σε περίπου 0,55 της μονάδας αύξηση στον μέσο μισθό. Μια υπέρμετρη αναπροσαρμογή, προειδοποιεί, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις ή ακόμη και να ενισχύσει την αδήλωτη εργασία. Το ΚΕΠΕ τοποθετεί τον πήχη ελαφρώς υψηλότερα, μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας όμως ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλή αναλογία ως προς τον διάμεσο. Αυξήσεις άνω του 4%, υπογραμμίζει, ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις. Από την πλευρά του τουρισμού, το ΙΝΣΕΤΕ εισηγείται αύξηση 4%, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες ενός κλάδου έντασης εργασίας, όπου η μισθολογική επιβάρυνση έχει άμεση αντανάκλαση στις τιμές και στην ανταγωνιστικότητα. Οι εργοδοτικές προϋποθέσεις- Τι ζητάει η ΓΣΕΕ Οι βασικοί εργοδοτικοί φορείς — ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΒΕ — δεν απορρίπτουν την αύξηση, αλλά τη συνδέουν με σαφείς όρους. Ζητούν η αναπροσαρμογή να λαμβάνει υπόψη την παραγωγικότητα και τον πληθωρισμό, ενώ θέτουν ως απαραίτητο αντιστάθμισμα τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Η ΓΣΕΒΕΕ επιμένει στη μείωση ασφαλιστικών εισφορών και φορολογικών βαρών, προτείνοντας κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ελάφρυνση της προκαταβολής φόρου. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται αύξηση πέριξ του 4% και επαναφέρει στο τραπέζι την ανάγκη επαναφοράς της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ως βασικού πλαισίου ρύθμισης. Ο ΣΒΕ ζητεί, επιπλέον, μέτρα στήριξης όπως επιδοτήσεις ενέργειας και περαιτέρω μείωση εισφορών, ώστε να απορροφηθεί το πρόσθετο κόστος. Σε διαφορετική τροχιά κινείται η ΓΣΕΕ, η οποία επανέρχεται στη διαδικασία διαβούλευσης προτείνοντας μια ουσιαστική αναπροσαρμογή που θα προσεγγίζει το επίπεδο «αξιοπρεπούς διαβίωσης». Το ΙΝΕ της Συνομοσπονδίας τοποθετεί αυτό το σημείο αναφοράς στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026, επίπεδο που αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου μισθού. Αντί για συγκεκριμένο ποσοστό αύξησης, θέτει ως κεντρικό στόχο τη σταδιακή σύγκλιση προς αυτό το κατώφλι, μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων. Διαβάστε επίσης Voucher κατάρτισης έως 750 ευρώ για εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα – Ποιοι το δικαιούνται, πώς γίνεται η αίτηση Ψηφιακή κάρτα εργασίας: Ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για νέους κλάδους – Ποιοι μπαίνουν στο σύστημα το 2026 Μητρότητα με ενιαίους κανόνες – Τι αλλάζει σε επιδόματα κυοφορίας και λοχείας
Φρένο στα σενάρια για γενναίες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό – Η ενεργειακή κρίση αλλάζει τα δεδομένα